εξωστρέφεια
ουσιαστικό1. Χαρακτηριστικό της προσωπικότητας που εκδηλώνεται με κοινωνικότητα, διαχυτικότητα και προσανατολισμό προς τον εξωτερικό κόσμο και τους άλλους ανθρώπους.
Συνώνυμα
κοινωνικότητα διαχυτικότητα ανοιχτοσύνη εκδηλωτικότητα επικοινωνιακότητα προσήνεια φιλικότητα άνοιγμα διεθνοποίηση δεκτικότητα διασύνδεση κινητικότητα θάρρος παρρησία
Αντώνυμα
εσωστρέφεια κλειστότητα απομονωτισμός περιχαράκωση επιφυλακτικότητα συνεσταλτικότητα απομόνωση μοναχικότητα ντροπαλότητα αποξένωση
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξωστρέφεια του χαρακτήρα της την έκανε ιδιαίτερα αγαπητή από την πρώτη μέρα στη νέα της δουλειά.
- Οι ελληνικές επιχειρήσεις επενδύουν πλέον συστηματικά στην εξωστρέφεια και την ενίσχυση των εξαγωγών.
- Τα σύγχρονα πανεπιστήμια επιδιώκουν μεγαλύτερη ακαδημαϊκή εξωστρέφεια μέσα από διεθνείς συνεργασίες.
- Χάρη στην εξωστρέφειά του, δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της ζωής στο εξωτερικό.