κλειστότητα

ουσιαστικό

1. Η ιδιότητα ή η κατάσταση του να είναι κάτι κλειστό, μη προσβάσιμο ή μη διαπερατό.

2. Χαρακτηριστικό ανθρώπου που χαρακτηρίζεται από εσωστρέφεια, απροθυμία για κοινωνική επαφή ή απόκρυψη σκέψεων και συναισθημάτων.

Συνώνυμα

εσωστρέφεια περιχαράκωση απροσιτότητα απομονωτισμός ακοινωνησία στενότητα απομόνωση αδιαπερατότητα στεγανοποίηση μυστικοπάθεια στενοκεφαλιά συντηρητισμός αδιαφάνεια αποξένωση εγκλωβισμός

Αντώνυμα

ανοιχτότητα εξωστρέφεια κοινωνικότητα επικοινωνιακότητα δεκτικότητα προσιτότητα ευρύτητα διαπερατότητα διαφάνεια προσπελασιμότητα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κλειστότητα του χαρακτήρα του τον εμπόδιζε να εκφράσει τα πραγματικά του συναισθήματα.
  • Η πολιτισμική κλειστότητα της τοπικής κοινότητας δυσκόλεψε την προσαρμογή των νέων κατοίκων.
  • Στα μαθηματικά, εξετάζεται η κλειστότητα ενός συνόλου ως προς την πράξη της πρόσθεσης.
  • Η έντονη κλειστότητα του συστήματος λήψης αποφάσεων προκάλεσε τη δυσπιστία των πολιτών.