τσαπατσουλιά

ουσιαστικό

1. Έλλειψη επιμέλειας, φροντίδας ή προσοχής κατά την εκτέλεση ενός έργου· προχειρότητα.

2. Έλλειψη τάξης ή καθαριότητας στην εμφάνιση, στον χώρο ή στις συνήθειες κάποιου.

3. Το αποτέλεσμα μιας βιαστικής, κακότεχνης ή ατημέλητης εργασίας.

Συνώνυμα

προχειρότητα ατημελησία πασαλειψιά πασάλειμμα αρπακόλλα κακοτεχνία κακοδουλειά ακαταστασία ανεπιμέλεια αμέλεια απροσεξία επιπολαιότητα αταξία ανοργανωσιά κουτουράδα

Αντώνυμα

επιμέλεια σχολαστικότητα νοικοκυροσύνη τάξη προσοχή μεθοδικότητα φροντίδα ακρίβεια αρτιότητα οργάνωση επαγγελματισμός τελειομανία

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν ανέχομαι τέτοια τσαπατσουλιά στη δουλειά, απαιτώ τα σχέδια να είναι ακριβή και καθαρά.
  • Η επισκευή της βρύσης ήταν σκέτη τσαπατσουλιά, αφού μετά από δύο μέρες άρχισε πάλι να στάζει.
  • Από τη βιασύνη του παρέδωσε το γραπτό γεμάτο μουντζούρες και τσαπατσουλιές.
  • Η γενική τσαπατσουλιά στο δωμάτιό του έδειχνε πόσο αδιάφορος ήταν για την καθαριότητα.