βλάπτω
ρήμα1. Προκαλώ σωματική ή υλική βλάβη σε πρόσωπο, ζώο ή αντικείμενο, μειώνοντας την ακεραιότητα, τη λειτουργικότητα ή την αξία του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ωφελώ βοηθώ προστατεύω επανορθώνω βοηθάω ευνοώ σώζω θεραπεύω γιατρεύω ενισχύω βελτιώνω ανακουφίζω υποστηρίζω διευκολύνω συνδράμω παρηγορώ φροντίζω διαφυλάσσω θωρακίζω αποζημιώνω διασώζω περιποιούμαι προφυλάσσω ξελασπώνω περιθάλπω ευεργετώ αναβαθμίζω προάγω συντηρώ εξυπηρετώ συμβάλλω παρέχω συμπεριφέρομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Μην βλάπτεις το μικρό παιδί όταν παίζετε.
- Η διαρροή πετρελαίου βλάπτει το θαλάσσιο οικοσύστημα.
- Ο κακός σχολιασμός των ΜΜΕ βλάπτει τη φήμη της εταιρείας.
- Οι συνεχόμενες ώρες δουλειάς βλάπτουν την υγεία σου.
- Δεν θέλω να βλάψω κανέναν με τα λόγια μου.