βούισμα
ουσιαστικό1. Συνεχής, υπόκωφος ήχος που παράγεται από έντομα, άνεμο, ροή νερού ή λειτουργία μηχανής.
2. Ακουστική αίσθηση συνεχούς ήχου, κουδουνίσματος ή σφυρίγματος στο εσωτερικό των αυτιών, συνήθως χωρίς εξωτερικό ερέθισμα.
Συνώνυμα
βουητό βόμβος εμβοή βόμβιση ζουζούνισμα αχός κουδούνισμα σφύριγμα θόρυβος μουγκρητό αντίλαλος μουρμουρητό ψίθυρος σούσουρο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένα ανεξήγητο βούισμα στα αυτιά τον ταλαιπωρούσε για μέρες μετά τη συναυλία.
- Το συνεχές βούισμα των μελισσών ακουγόταν καθαρά μέσα στην ανοιξιάτικη αυλή.
- Από το βάθος του ορίζοντα πλησίαζε το υπόκωφο βούισμα της καταιγίδας.
- Μετά την έκρηξη ένιωσε ένα εκκωφαντικό βούισμα και έχασε προσωρινά τον προσανατολισμό του.