γδύσιμο
ουσιαστικό1. Η αφαίρεση των ενδυμάτων από το σώμα ενός ατόμου, η απογύμνωση.
2. Η αφαίρεση του δέρματος, της φλούδας ή του εξωτερικού προστατευτικού στρώματος από ζώο, φυτό ή αντικείμενο.
Συνώνυμα
ξεντύσιμο απογύμνωση ξεγύμνωμα γύμνωση γύμνωμα απέκδυση ξεπέτσωμα αποφλοίωση ξεφλούδισμα έγδαρμα αφαίμαξη χαράτσωμα καταλήστευση ξετίναγμα απολέπιση εκδορά άρμεγμα ληστεία κλοπή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γδύσιμο των παιδιών πριν μπουν στη θάλασσα πήρε αρκετή ώρα.
- Το γδύσιμο του σφαγίου απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και κατάλληλα εργαλεία.
- Οι τιμές στο συγκεκριμένο κατάστημα ήταν κανονικό γδύσιμο για τους πελάτες.
- Μετά το προσεκτικό γδύσιμο του καλωδίου, ο τεχνικός ένωσε τα σύρματα.