γλυκύτητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα ή η αίσθηση του γλυκού στη γεύση.
2. Η πραότητα, η ηπιότητα και η ευγένεια στον χαρακτήρα, στους τρόπους ή στον λόγο.
3. Η ευχάριστη, κατευναστική και αρμονική επίδραση στις αισθήσεις ή στην ψυχή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φυσική γλυκύτητα των ώριμων σταφυλιών έκανε το κρασί εξαιρετικό.
- Αντιμετώπισε τις προσβολές με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία και γλυκύτητα.
- Η γλυκύτητα της φωνής της κατάφερνε πάντα να ηρεμεί τα παιδιά.
- Απολάμβαναν τη γλυκύτητα εκείνου του ήσυχου ανοιξιάτικου απογεύματος.