απαλότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα του να είναι κάτι λείο, μαλακό και ευχάριστο στην αφή, χωρίς σκληρότητα ή εξοχές.
2. Η έλλειψη έντασης, οξύτητας ή εκτυφλωτικής δύναμης σε αισθήσεις όπως το φως, ο ήχος, η γεύση ή το χρώμα.
Συνώνυμα
απαλοσύνη μαλακότητα μαλακωσιά λειότητα ηπιότητα τρυφερότητα γλυκύτητα γλύκα πραότητα μειλιχιότητα αβρότητα λεπτότητα προσήνεια στοργικότητα ελαφρότητα
Αντώνυμα
τραχύτητα σκληρότητα σκληράδα αγριάδα αγριότητα δριμύτητα οξύτητα βαναυσότητα αυστηρότητα σφοδρότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ενυδατική κρέμα χαρίζει μοναδική απαλότητα στην ξηρή επιδερμίδα.
- Το ύφασμα από κασμίρι ξεχωρίζει για την ασύγκριτη απαλότητά του.
- Του μιλούσε με μια καθησυχαστική απαλότητα στη φωνή που τον ηρέμησε αμέσως.
- Η απαλότητα του φωτός κατά το ηλιοβασίλεμα έδινε στο τοπίο μια μαγευτική όψη.