μαλακότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα υλικού ή επιφάνειας να υποχωρεί στην πίεση ή να είναι ευχάριστη στην αφή, η έλλειψη σκληρότητας.
2. Η πραότητα, η ηπιότητα και η ευγένεια στη συμπεριφορά, στον λόγο, στη φωνή ή στον χαρακτήρα.
Συνώνυμα
απαλότητα ηπιότητα πραότητα γλυκύτητα τρυφερότητα αβρότητα ευκαμψία ευπλασία υποχωρητικότητα ελαστικότητα πλαστικότητα ανεκτικότητα ενδοτικότητα λεπτότητα πλαδαρότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μαλακότητα του βελούδινου υφάσματος έκανε το κάθισμα εξαιρετικά άνετο.
- Αντιμετώπισε τους μαθητές του με απρόσμενη μαλακότητα, αποφεύγοντας κάθε τιμωρία.
- Η μαλακότητα του φετινού χειμώνα επέτρεψε στα δέντρα να ανθίσουν νωρίτερα.
- Η διοίκηση κατηγορήθηκε για μαλακότητα στην εφαρμογή των νέων κανονισμών.