δηλωτός
επίθετο1. Που έχει αναφερθεί ή καταχωριστεί επισήμως στις αρμόδιες αρχές (για εισόδημα, περιουσία, εργαζόμενο κ.ά.).
2. Που εκφράζεται με ρητό, σαφή και φανερό τρόπο.
Συνώνυμα
δηλωμένος δηλωθείς καταγεγραμμένος καταχωρισμένος καταχωρημένος γνωστοποιημένος ρητός εκπεφρασμένος φανερός σαφής επίσημος ανακοινωμένος νομιμοποιημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δηλωτό εισόδημά του δεν δικαιολογούσε το πολυτελές επίπεδο διαβίωσής του.
- Όλοι οι εργαζόμενοι στο κατάστημα είναι πλήρως δηλωτοί στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.
- Η δηλωτή αξία του ακινήτου στο συμβόλαιο ήταν μικρότερη από την πραγματική εμπορική.
- Στη διακήρυξη υπήρχε μια ξεκάθαρη, δηλωτή δέσμευση για την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών.