διαμερισμός
ουσιαστικό1. Χωρισμός ή κατανομή ενός συνόλου σε επιμέρους τμήματα, μερίδια ή κατηγορίες.
2. Χωροταξική διαίρεση κτιρίου, έκτασης ή επιφάνειας σε ξεχωριστά τμήματα.
Συνώνυμα
μερισμός διαίρεση διαχωρισμός καταμερισμός κατάτμηση μοίρασμα κατανομή διανομή χωρισμός τεμαχισμός κατακερματισμός διάσπαση ταξινόμηση κατηγοριοποίηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διαμερισμός της κληρονομιάς ανάμεσα στα αδέλφια ολοκληρώθηκε χωρίς εντάσεις.
- Ο νέος αρχιτεκτονικός διαμερισμός του ορόφου δημιούργησε τρεις άνετους και αυτόνομους χώρους εργασίας.
- Στη θεωρία συνόλων, ο διαμερισμός αποτελεί θεμελιώδη έννοια για τη μελέτη σχέσεων ισοδυναμίας.
- Ο ακριβής διαμερισμός των αρμοδιοτήτων βοήθησε στην εύρυθμη λειτουργία της ομάδας.