δολοφονικός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με τη διάπραξη δολοφονίας ή χαρακτηρίζεται από την πρόθεση αφαίρεσης ανθρώπινης ζωής.

2. Που επιφέρει ή μπορεί να επιφέρει τον θάνατο· θανατηφόρος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πολιτικός κατάφερε ευτυχώς να επιζήσει από τη δολοφονική επίθεση.
  • Το θύμα δέχτηκε ένα δολοφονικό χτύπημα με αιχμηρό αντικείμενο στο στήθος.
  • Μόλις άκουσε τα δυσάρεστα νέα, του έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα γεμάτο οργή.
  • Ο ρυθμός της προπόνησης ήταν πραγματικά δολοφονικός για τους απροετοίμαστους αθλητές.