βίαιος
επίθετο1. Που ασκεί ή εκδηλώνει σωματική δύναμη ή επίθεση με σκοπό να βλάψει, τραυματίσει ή καταστρέψει.
2. Που χαρακτηρίζεται από έντονη, σφοδρή ή απότομη ένταση στη δράση ή στην έκφραση, συχνά προκαλώντας βλάβη ή αναστάτωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βίαιος άνδρας συνελήφθη από την αστυνομία.
- Η βίαιη συμπεριφορά προς τα παιδιά καταγγέλθηκε στην παιδική προστασία.
- Ένας βίαιος άνεμος σάρωσε την ακτογραμμή.
- Το αυτοκίνητο υπέστη ένα βίαιο χτύπημα στο πίσω μέρος.
- Η απόφαση προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις στους πολίτες.
- Ο σεισμός προκάλεσε βίαιες δονήσεις στην περιοχή.