ανηλεής

επίθετο

1. Που δεν νιώθει ή δεν δείχνει κανέναν οίκτο, συμπόνια ή έλεος· σκληρός, αμείλικτος.

2. Που χαρακτηρίζεται από ακραία σφοδρότητα, αδιάκοπη σκληρότητα και αγριότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι δυνάμεις κατοχής εξαπέλυσαν έναν ανηλεή βομβαρδισμό που κατέστρεψε ολοσχερώς την πόλη.
  • Ο υπουργός δέχτηκε ανηλεή κριτική από τα μέσα ενημέρωσης για τις πρόσφατες αποφάσεις του.
  • Ήταν ένας ανηλεής διώκτης της διαφθοράς, χωρίς να υπολογίζει το πολιτικό κόστος.
  • Στον σύγχρονο επιχειρηματικό κόσμο ο ανταγωνισμός μεταξύ των εταιρειών είναι συχνά ανηλεής.