γλυκός
επίθετο1. Που έχει γλυκιά γεύση, όπως αυτή που προέρχεται από σακχάρες ή άλλες γλυκαντικές ουσίες.
2. Που προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα ή θετική διάθεση απέναντι σε πρόσωπο, συμπεριφορά ή αντικείμενο.
Συνώνυμα
γλυκερός ζαχαρώδης μελιχρός γλυκούλης συμπαθητικός ευγενικός καλοσυνάτος τρυφερός απαλός μαλακός ήπιος μελωδικός γλυκόλαλος γλυκομίλητος αγαπητός χαδιάρης θελκτικός συμπαθής χαμογελαστός διαχυτικός λατρευτός πρόσχαρος χαριτωμένος καλός ευχάριστος ευπροσήγορος γοητευτικός ευγενής κούκλος πανέμορφος ωραίος όμορφος αγαθός ελεήμων καλόκαρδος στοργικός προσηνής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μέλι είναι γλυκό.
- Η Μαρία είναι πολύ γλυκιά με τα παιδιά.
- Αγάπη μου, είσαι ο πιο γλυκός άνθρωπος που ξέρω.
- Από το φούρνο βγήκε μια γλυκιά μυρωδιά ψωμιού.
- Το απόγευμα ήταν γλυκό, δεν έκανε κρύο.