δυσκολεύω
ρήμα1. Κάνω κάτι πιο δύσκολο στην εκτέλεση ή στην κατανόηση, προσθέτοντας εμπόδια, απαιτήσεις ή περιπλοκές.
2. Προκαλώ σε κάποιον κόπο ή δυσκολία στο να ολοκληρώσει, κατανοήσει ή αντιμετωπίσει κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
διευκολύνω ευκολύνω βοηθώ εξυπηρετώ απλοποιώ ξεμπλοκάρω ξεμπλέκω λύνω ελαφραίνω εξομαλύνω υποβοηθώ συνδράμω απαλύνω κάνω ξεμπερδεύω
Παραδείγματα χρήσης
- Η έντονη βροχή δυσκολεύει την κυκλοφορία στην πόλη.
- Η φασαρία με δυσκολεύει να συγκεντρωθώ στη δουλειά.
- Τις τελευταίες ημέρες δυσκολεύομαι να κοιμηθώ.
- Η στενή πόρτα δυσκολεύει την είσοδο με το καρότσι.
- Η ανεργία δυσκολεύει πολλές οικογένειες οικονομικά.