προβληματίζω
ρήμα1. Προκαλώ σε κάποιον σκέψεις, αμφιβολίες ή ανησυχία, ωθώ σε βαθύ συλλογισμό για ένα ζήτημα.
2. Δημιουργώ δυσκολίες, εμπόδια ή περιπλοκές στην εξέλιξη μιας κατάστασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
καθησυχάζω ηρεμώ ανακουφίζω διευκολύνω απλοποιώ γαληνεύω ξεδιαλύνω διαφωτίζω αποσαφηνίζω αναπαύω ξεκουράζω
Παραδείγματα χρήσης
- Η ξαφνική αλλαγή στη συμπεριφορά του άρχισε να μας προβληματίζει σοβαρά.
- Το υψηλό κόστος της επένδυσης προβλημάτισε έντονα το διοικητικό συμβούλιο.
- Ήταν ένα θεατρικό έργο που κατάφερε να προβληματίσει το κοινό για κοινωνικά ζητήματα.
- Οι νέες ρυθμίσεις της εφορίας προβληματίζουν τους επαγγελματίες του κλάδου.