δυσοίωνος
επίθετο1. Που αποτελεί κακό οιωνό, που προαγγέλλει συμφορά, αποτυχία ή δυσάρεστες εξελίξεις.
2. Που γεννά απαισιοδοξία, ανησυχία ή φόβο για τη μελλοντική έκβαση μιας κατάστασης· ζοφερός.
Συνώνυμα
κακοσήμαδος κακόσημος ζοφερός ανησυχητικός απαισιόδοξος απειλητικός σκοτεινός αρνητικός γρουσούζικος μαύρος βαρύς ολέθριος εφιαλτικός κακός
Αντώνυμα
ευοίωνος ελπιδοφόρος καλοσήμαδος καλοσημάδικος αισιόδοξος ενθαρρυντικός ευμενής θετικός φωτεινός παρήγορος ρόδινος
Παραδείγματα χρήσης
- Τα νέα οικονομικά στοιχεία προδιαγράφουν ένα δυσοίωνο μέλλον για τις μικρές επιχειρήσεις.
- Οι γιατροί απέφυγαν τις δυσοίωνες προβλέψεις και προτίμησαν να περιμένουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
- Ο ουρανός σκοτείνιασε απότομα και τα πυκνά σύννεφα έδιναν μια δυσοίωνη όψη στο τοπίο.
- Παρά τα δυσοίωνα μηνύματα των καιρών, η νεολαία συνεχίζει να αγωνίζεται με ελπίδα.