εκδιώκομαι
ρήμα1. Απομακρύνομαι αναγκαστικά, με τη βία ή υπό πίεση από έναν χώρο, κατοικία ή τόπο.
2. Αποπέμπομαι ή απομακρύνομαι από αξίωμα, θέση εργασίας ή συλλογικότητα.
Συνώνυμα
διώχνομαι αποπέμπομαι αποδιώκομαι απελαύνομαι εκπαραθυρώνομαι αποβάλλομαι εκτοπίζομαι απομακρύνομαι εξοστρακίζομαι εξορίζομαι ξεσπιτώνομαι σουτάρομαι ξηλώνομαι απολύομαι καθαιρούμαι εκθρονίζομαι εξωθούμαι
Αντώνυμα
επαναπατρίζομαι αποκαθίσταμαι προσλαμβάνομαι φιλοξενούμαι εγκαθίσταμαι εντάσσομαι περιθάλπομαι μονιμοποιούμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Χιλιάδες άμαχοι εκδιώχθηκαν βίαια από τις εστίες τους κατά τη διάρκεια της εισβολής.
- Μετά τις αποκαλύψεις για το οικονομικό σκάνδαλο, το στέλεχος εκδιώκεται από το διοικητικό συμβούλιο.
- Οι καταληψίες του κτιρίου εκδιώχθηκαν από τις δυνάμεις της αστυνομίας νωρίς το πρωί.
- Αν δεν καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια, κινδυνεύει να εκδιωχθεί από το διαμέρισμα με δικαστική απόφαση.