εκπλήσσομαι
ρήμα1. Νιώθω έντονη απορία, θαυμασμό ή ταραχή εξαιτίας κάποιου απρόσμενου, ασυνήθιστου ή εξαιρετικού γεγονότος.
2. Αιφνιδιάζομαι ή μένω άναυδος μπροστά σε κάτι που δεν περίμενα.
Συνώνυμα
ξαφνιάζομαι αιφνιδιάζομαι καταπλήσσομαι σαστίζω αποσβολώνομαι παραξενεύομαι απορώ εντυπωσιάζομαι εμβροντώμαι κουφαίνομαι μαρμαρώνω παγώνω κεραυνοβολούμαι συγκλονίζομαι θαυμάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν εκπλήσσομαι καθόλου με την απόφασή του, ήταν εντελώς αναμενόμενη.
- Εκπλήσσομαι ευχάριστα κάθε φορά που βλέπω νέους ανθρώπους να αγαπούν το διάβασμα.
- Όλοι εκπλήσσονται από την ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται η τεχνολογία στις μέρες μας.
- Πραγματικά εκπλήσσομαι που κατάφερες να τελειώσεις μια τόσο δύσκολη εργασία σε τόσο λίγο χρόνο.