εναπόθεση
ουσιαστικό1. Η ενέργεια του να τοποθετείται ή να αφήνεται κάτι προσεκτικά ή επίσημα σε συγκεκριμένη θέση ή επιφάνεια.
2. (Γεωλογία/Φυσικές επιστήμες) Η συσσώρευση και το κατακάθισμα ιζημάτων, σωματιδίων ή άλλων ουσιών σε μια επιφάνεια.
Συνώνυμα
απόθεση τοποθέτηση επικάθηση κατακάθισμα καθίζηση συσσώρευση σώρευση κατάθεση ιζηματογένεση κατακρήμνιση αποθήκευση στοίβαξη εμπίστευση ανάθεση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παράνομη εναπόθεση μπάζων και απορριμμάτων στο δάσος τιμωρείται με αυστηρά πρόστιμα.
- Η συνεχής εναπόθεση αλάτων στο εσωτερικό των σωληνώσεων προκάλεσε φραγή στο δίκτυο.
- Στο τέλος της τελετής πραγματοποιήθηκε η επίσημη εναπόθεση στεφάνων στο ηρώο.
- Η εναπόθεση όλων των ελπίδων μας σε έναν και μόνο υποψήφιο αποδείχθηκε παρακινδυνευμένη.