διάβρωση

ουσιαστικό

1. Σταδιακή φθορά, αποσάθρωση ή αλλοίωση μιας επιφάνειας (εδάφους, πετρωμάτων, μετάλλων) εξαιτίας φυσικών, χημικών ή μηχανικών παραγόντων όπως το νερό, ο άνεμος ή η οξείδωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

θωράκιση ενίσχυση προστασία εναπόθεση στερέωση εδραίωση συγκράτηση πρόσχωση ισχυροποίηση αναστήλωση

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συνεχής διάβρωση των ακτών από τα κύματα απειλεί τα παραθαλάσσια κτίσματα.
  • Μετά την πυρκαγιά στο δάσος, η διάβρωση του εδάφους επιταχύνθηκε ραγδαία λόγω των βροχοπτώσεων.
  • Η εκτεταμένη διαφθορά οδήγησε στη σταδιακή διάβρωση των δημοκρατικών θεσμών της χώρας.
  • Οι μηχανικοί έλαβαν ειδικά μέτρα για την προστασία της γέφυρας από τη χημική διάβρωση.