υπονόμευση

ουσιαστικό

1. Διάνοιξη υπογείων στοών κάτω από ένα κτίσμα ή οχύρωση, ιδίως για την τοποθέτηση εκρηκτικών υλών με σκοπό την ανατίναξη ή την κατάρρευσή του.

Συνώνυμα

υποσκαφή δολιοφθορά σαμποτάζ τορπιλισμός αποσταθεροποίηση διάβρωση ναρκοθέτηση κλονισμός αποδυνάμωση τρικλοποδιά πριόνισμα εκθεμελίωση ανατροπή φθορά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συστηματική υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την κοινωνική συνοχή.
  • Έκανε λόγο για προσπάθεια υπονόμευσης του έργου της διοίκησης από εσωτερικούς αντιπάλους.
  • Οι μηχανικοί διαπίστωσαν ότι η συνεχής ροή των υπόγειων υδάτων είχε προκαλέσει επικίνδυνη υπονόμευση των θεμελίων της γέφυρας.
  • Η πρόωρη διαρροή των εμπιστευτικών εγγράφων θεωρήθηκε πράξη εσκεμμένης υπονόμευσης των διαπραγματεύσεων.