ενδυνάμωση

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του να γίνεται κάποιος ή κάτι σωματικά πιο ισχυρός και ανθεκτικός.

2. Η ουσιαστική αύξηση της δύναμης, της ισχύος, της επιρροής ή της αποτελεσματικότητας προσώπου, θεσμού ή συστήματος.

Συνώνυμα

ενίσχυση ισχυροποίηση δυνάμωμα τόνωση θωράκιση στήριξη στερέωση εδραίωση εμπέδωση αναζωογόνηση χειραφέτηση αυτονόμηση σκληραγώγηση αναπτέρωση ανάταση αναβάθμιση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πρόγραμμα φυσικοθεραπείας περιλαμβάνει ειδικές ασκήσεις για την ενδυνάμωση των μυών της πλάτης.
  • Στόχος του σεμιναρίου είναι η επαγγελματική και κοινωνική ενδυνάμωση των νέων επιστημόνων.
  • Η οικονομική ενδυνάμωση των τοπικών κοινωνιών αποτελεί κεντρικό πυλώνα του αναπτυξιακού σχεδίου.
  • Μετά τη δύσκολη περίοδο που πέρασε, χρειάζεται ουσιαστική ψυχολογική ενδυνάμωση από το περιβάλλον του.