εντόπιος

επίθετο

1. Που κατάγεται, γεννήθηκε ή κατοικεί στον συγκεκριμένο τόπο στον οποίο αναφερόμαστε.

2. Που παράγεται, καλλιεργείται ή προέρχεται από μια συγκεκριμένη περιοχή.

3. (ιατρική) Που περιορίζεται σε ορισμένο σημείο του σώματος.

Συνώνυμα

ντόπιος γηγενής αυτόχθων αυτόχθονας εγχώριος ιθαγενής τοπικός αυτοφυής συντοπίτης πάτριος πατρογονικός εσωτερικός

Αντώνυμα

ξένος αλλοδαπός αλλόχθων ετερόχθων έπηλυς επήλυδας αλλογενής εισαγόμενος ξενόφερτος παρεπίδημος εξωτερικός

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι εντόπιοι κάτοικοι του νησιού υποδέχτηκαν τους επισκέπτες με ιδιαίτερη θερμότητα.
  • Στην αγορά προτιμά πάντα εντόπια φρούτα και λαχανικά για να στηρίζει τους παραγωγούς του χωριού.
  • Η εντόπια χλωρίδα της περιοχής περιλαμβάνει πολλά σπάνια και προστατευόμενα αγριολούλουδα.
  • Ο γιατρός διαπίστωσε μια εντόπια φλεγμονή στο δέρμα που δεν απαιτούσε συστηματική αγωγή.