ξενόφερτος

επίθετο

1. Αυτός που έχει εισαχθεί ή μεταφερθεί από το εξωτερικό ή από ξένο τόπο, συχνά με αρνητική ή υποτιμητική χροιά (ιδίως για ήθη, συνήθειες, ιδέες ή μόδες).

Συνώνυμα

εισαγόμενος επείσακτος ξενικός ξένος αλλότριος αλλοδαπός εξωγενής δάνειος αλλογενής επήλυς ετερόχθων παρείσακτος δυτικότροπος εξωτερικός ανοίκειος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πολλοί θεωρούν το Χάλογουιν ένα ξενόφερτο έθιμο που δεν ταιριάζει στην ελληνική παράδοση.
  • Η καθημερινή ομιλία των νέων κατακλύζεται από ξενόφερτες λέξεις και εκφράσεις.
  • Αρνήθηκε να υιοθετήσει τις ξενόφερτες μόδες και επέμεινε στο απλό, κλασικό στιλ.
  • Στην αρχή οι ιδέες του αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία ως ξενόφερτες, αλλά σύντομα έγιναν αποδεκτές.