εθνικός

επίθετο

1. Που ανήκει σε ένα έθνος ή αναφέρεται στο σύνολο των πολιτών και στην πολιτισμική ή πολιτειακή τους οργάνωση.

2. Που σχετίζεται με το κράτος ή με όργανα και λειτουργίες σε εθνικό επίπεδο.

Συνώνυμα

πατριωτικός εθνοτικός πανεθνικός πανελλήνιος εθνικιστικός κρατικός εθνοκρατικός εγχώριος ελληνικός

Αντώνυμα

διεθνής χριστιανικός ξένος τοπικός παγκόσμιος υπερεθνικός διακρατικός οικουμενικός κοσμοπολίτικος διεθνιστικός

Παραδείγματα χρήσης

  • Ακούσαμε τον εθνικό ύμνο πριν από την έναρξη του αγώνα.
  • Η εθνική ομάδα κέρδισε τον τίτλο στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα.
  • Η 25η Μαρτίου είναι εθνική εορτή με παρελάσεις σε όλη τη χώρα.
  • Το εθνικό πάρκο προστατεύει πολλά σπάνια είδη και φυσικά τοπία.
  • Οι εθνικοί στόχοι της πολιτικής περιλαμβάνουν την ασφάλεια και την οικονομική ανάπτυξη.