εξίσωση
ουσιαστικό1. Μαθηματική έκφραση ισότητας ανάμεσα σε δύο παραστάσεις, η οποία περιέχει μία ή περισσότερες άγνωστες μεταβλητές προς επίλυση.
2. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα της απόδοσης ίσης αξίας, θέσης ή μεταχείρισης σε διαφορετικά πρόσωπα ή πράγματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθεί εδώ και ώρα να λύσει μια δευτεροβάθμια εξίσωση για το διαγώνισμα των μαθηματικών.
- Η μισθολογική εξίσωση ανδρών και γυναικών παραμένει βασικό αίτημα των συνδικάτων.
- Η επίτευξη ειρήνης στην περιοχή αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση για τους διπλωμάτες.
- Δεν μπορείς να βάζεις στην ίδια εξίσωση το θύμα με τον θύτη.