εξισορρόπηση

ουσιαστικό

1. Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της αποκατάστασης ισοζυγίου και συμμετρίας μεταξύ αντίθετων δυνάμεων, τάσεων, ποσοτήτων ή μεγεθών.

2. Αντιστάθμιση ή εξομάλυνση διαφορών και συγκρούσεων σε ψυχολογικό, κοινωνικό ή οικονομικό επίπεδο.

Συνώνυμα

ισορρόπηση ισοστάθμιση αντιστάθμιση ζυγοστάθμιση ισοσκελισμός εξομάλυνση σταθεροποίηση εναρμόνιση ρύθμιση συμψηφισμός εξίσωση διευθέτηση συμβιβασμός αναπλήρωση αποκατάσταση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σωστή διατροφή και η τακτική άσκηση συμβάλλουν στην εξισορρόπηση του μεταβολισμού.
  • Η κεντρική τράπεζα προχώρησε σε έκτακτες παρεμβάσεις για την εξισορρόπηση των πιέσεων στην αγορά.
  • Απαιτείται διαρκής προσπάθεια για την εξισορρόπηση μεταξύ επαγγελματικών απαιτήσεων και οικογενειακής ζωής.
  • Ο μηχανικός πραγματοποίησε λεπτομερή εξισορρόπηση των στροφείων της μηχανής για να μειωθούν οι κραδασμοί.