σταθεροποίηση
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα της στερέωσης ενός αντικειμένου ή κατασκευής ώστε να παραμένει ακίνητο, ασφαλές και να μην ανατρέπεται.
Συνώνυμα
παγίωση εξισορρόπηση στερέωση εδραίωση εξομάλυνση κανονικοποίηση ακινητοποίηση συγκράτηση ισορρόπηση πάκτωση εμπέδωση διατήρηση ρύθμιση στήριξη καθήλωση
Αντώνυμα
αποσταθεροποίηση κλονισμός διατάραξη διακύμανση ανατροπή κλυδωνισμός επιδείνωση αστάθεια ρευστότητα ταλάντωση
Παραδείγματα χρήσης
- Οι γιατροί ανακοίνωσαν ότι επήλθε σταθεροποίηση της κατάστασης της υγείας του ασθενούς μετά τη χειρουργική επέμβαση.
- Η κεντρική τράπεζα έλαβε έκτακτα μέτρα με στόχο τη σταθεροποίηση των τιμών στην αγορά.
- Απαιτείται άμεση σταθεροποίηση του εδάφους στο σημείο της κατολίσθησης πριν παραδοθεί ο δρόμος στην κυκλοφορία.
- Η νέα κάμερα διαθέτει προηγμένο μηχανισμό για τη σταθεροποίηση της εικόνας κατά τη λήψη κινούμενων πλάνων.