εξοικειώνομαι
ρήμα1. Συνηθίζω σε ένα νέο περιβάλλον, πρόσωπο ή κατάσταση ώστε να παύει να μου φαίνεται παράξενο ή άγνωστο.
2. Αποκτώ γνώση, πρακτική εμπειρία και άνεση στη χρήση ενός εργαλείου, συστήματος ή γνωστικού αντικειμένου.
Συνώνυμα
προσαρμόζομαι συνηθίζω εγκλιματίζομαι μυούμαι κατατοπίζομαι εθίζομαι εκπαιδεύομαι καταρτίζομαι γνωρίζομαι εναρμονίζομαι εντάσσομαι μαθαίνω ενημερώνομαι ψήνομαι
Αντώνυμα
αποξενώνομαι ξενίζομαι αποστασιοποιούμαι απομακρύνομαι απομονώνομαι ξεμαθαίνω αποκόπτομαι δυσκολεύομαι αντιστέκομαι απεθίζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάστηκε αρκετός καιρός για να εξοικειωθεί με το νέο λογισμικό του γραφείου.
- Όταν μετακόμισε στο εξωτερικό, εξοικειώθηκε γρήγορα με τον τοπικό τρόπο ζωής.
- Προσπαθεί να εξοικειωθεί με τους καινούργιους συναδέλφους της για να νιώθει πιο άνετα.
- Τα μικρά παιδιά εξοικειώνονται με την τεχνολογία από πολύ νωρίς.