αποξενώνομαι
ρήμα1. Απομακρύνομαι συναισθηματικά ή κοινωνικά από πρόσωπα, ομάδες ή κοινότητες, χάνω την αίσθηση οικειότητας και σύνδεσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συμφιλιώνομαι συνδέομαι ενώνομαι επανενώνομαι ενσωματώνομαι πλησιάζομαι προσεγγίζομαι σχετίζομαι δένομαι ταυτίζομαι συναναστρέφομαι επικοινωνώ συνυπάρχω ενδιαφέρομαι νοσταλγώ προσαρμόζω
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τις διαφωνίες, αποξενώνομαι από τους παλιούς μου φίλους.
- Όταν δουλεύω υπερβολικά, αποξενώνομαι από την οικογένειά μου.
- Λόγω των πολιτικών επιλογών μου, αποξενώνομαι σταδιακά από την κοινωνία.
- Σε δύσκολες στιγμές, αποξενώνομαι από τον ίδιο μου τον εαυτό.
- Όταν δωρίζω ή πουλάω περιουσιακά στοιχεία, αποξενώνομαι νομικά από την ιδιοκτησία τους.