κόβομαι
ρήμα1. Αποχωρίζομαι ένα μέρος του σώματός μου ή υφίσταμαι τραυματισμό από αιχμηρό αντικείμενο.
2. Χωρίζομαι, διακόπτομαι ή σταματώ να συνεχίζω μια ενέργεια, πορεία ή σχέση.
3. Περνώ χρόνο περιμένοντας ή απασχολούμαι ως προσωρινό μέσο μέχρι να γίνει κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
περνώ επιλέγομαι ολοκληρώνομαι ενώνομαι συγκολλιέμαι επιδιορθώνομαι φτιάχνομαι καταφέρνω ενσωματώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν δουλεύω βιαστικά, συχνά κόβομαι στο χαρτί.
- Στο μαγείρεμα, κόβομαι εύκολα με το μαχαίρι αν δεν προσέχω.
- Στην κίνηση, κόβομαι απότομα και φρενάρω.
- Στο παιχνίδι, κόβομαι μπροστά από τους άλλους για να προλάβω.
- Στο ραντεβού, κόβομαι συχνά από την κίνηση και αργώ.
- Όταν ακούω κάτι άσχημο, κόβομαι και μένω άφωνος.