δειλιάζω
ρήμα1. Αισθάνομαι φόβο ή δισταγμό και υποχωρώ, αρνούμαι ή αποφεύγω να δράσω μπροστά σε κίνδυνο, πίεση ή απαίτηση.
2. Διστάζω ή αναβάλλω μια πράξη από έλλειψη θάρρους ή αυτοπεποίθησης, εγκαταλείποντας την πρωτοβουλία ή την προσπάθεια.
Συνώνυμα
κωλώνω λιποψυχώ φοβάμαι διστάζω κόβομαι μασάω σκιάζομαι χεζομαι αποθαρρύνομαι τρομάζομαι τρομάζω παγώνω τρέμω υποχωρώ οπισθοχωρώ σαστίζω δυσκολεύομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως δειλιάζω να μιλήσω μπροστά σε πολύ κόσμο.
- Στην καταιγίδα, δειλιάζω να βγω έξω μόνος.
- Όταν πρόκειται για ρίσκα, συχνά δειλιάζω, κι αυτό με εμποδίζει να προχωρήσω.
- Στη σκέψη μιας σοβαρής σχέσης, μερικές φορές δειλιάζω.
- Βλέποντας την ευκαιρία να αλλάξω δουλειά, δειλιάζω και μένω στην ίδια ρουτίνα.