συνυπάρχω
ρήμα1. Υπάρχω ταυτόχρονα με άλλον ή με κάτι άλλο στον ίδιο χώρο ή χρόνο.
2. Ζω ή λειτουργώ αρμονικά μαζί με άλλους, διατηρώντας σχέσεις ανοχής και αμοιβαίας αποδοχής.
Συνώνυμα
συμβιώνω συμπορεύομαι συγκατοικώ συνοικώ συνδιαβιώ συγχρωτίζομαι συνδυάζομαι συντρέχω συμπίπτω συναγελάζομαι συνυφαίνομαι συμφιλιώνομαι
Αντώνυμα
απομονώνομαι αλληλοαποκλείομαι συγκρούομαι αντιμάχομαι διαχωρίζομαι αντιπαρατίθεμαι απομακρύνομαι αντιτίθεμαι αλληλοεξοντώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι δύσκολο για δύο εντελώς διαφορετικές κουλτούρες να συνυπάρξουν ειρηνικά χωρίς αμοιβαίο σεβασμό.
- Στην παλιά πόλη, το παραδοσιακό στοιχείο και η σύγχρονη αρχιτεκτονική συνυπάρχουν αρμονικά.
- Οι επιστήμονες μελετούν πώς διάφορα είδη πανίδας συνυπήρχαν στην περιοχή πριν από χιλιάδες χρόνια.
- Δεν μπορείς να συνυπάρχεις καθημερινά με ανθρώπους που υπονομεύουν διαρκώς την προσπάθειά σου.