διαχωρίζομαι
ρήμα1. Να υποβάλλομαι σε πράξη διαχωρισμού· να χωρίζομαι σε μέρη, τμήματα ή ομάδες εξαιτίας εξωτερικής ή εσωτερικής διαδικασίας.
2. Να απομακρύνομαι ή να αποχωρίζομαι από κάποιον ή κάτι, είτε με φυσικό τρόπο είτε σε συμβολικό ή κοινωνικό επίπεδο.
Συνώνυμα
χωρίζομαι διαιρούμαι διακρίνομαι ξεχωρίζομαι απομονώνομαι αποκόπτομαι διαχωρίζω διαφοροποιούμαι διχοτομούμαι απομακρύνομαι αποδεσμεύομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από το υπόλοιπο χώρο του εργαστηρίου διαχωρίζομαι με ένα διαφανές διαχωριστικό.
- Στα αρχεία της βιβλιοθήκης διαχωρίζομαι ως ξεχωριστή κατηγορία για ευκολότερη πρόσβαση.
- Με την εταιρική αναδιάρθρωση διαχωρίζομαι νομικά από το μητρικό σχήμα.
- Όταν χρειάζομαι συγκέντρωση, συχνά διαχωρίζομαι συναισθηματικά από τη συζήτηση.
- Στην ανάλυση δεδομένων διαχωρίζομαι σε ομάδες βάσει κοινών χαρακτηριστικών.