συγχωνεύομαι
ρήμα1. Ενώνομαι με άλλο ή άλλα ομοειδή σύνολα (ιδίως επιχειρήσεις, οργανισμούς ή υπηρεσίες) σχηματίζοντας μία ενιαία οντότητα.
2. Αναμειγνύομαι ή σμίγω με κάτι άλλο, ώστε να χάνεται η επιμέρους διάκριση και να προκύπτει ενιαία μορφή.
Συνώνυμα
ενοποιούμαι ενώνομαι συνενώνομαι ενσωματώνομαι ομογενοποιούμαι αφομοιώνομαι συμπτύσσομαι αναμειγνύομαι σμίγω συσπειρώνομαι συνασπίζομαι συντάσσομαι διαπλέκομαι συνδέομαι εναρμονίζομαι
Αντώνυμα
διαχωρίζομαι αποσχίζομαι διασπώμαι χωρίζομαι διαιρούμαι κατακερματίζομαι αποκόπτομαι αποσυνδέομαι διαφοροποιούμαι απομονώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Οι δύο τράπεζες ανακοίνωσαν ότι συγχωνεύονται για να δημιουργήσουν έναν ισχυρότερο χρηματοπιστωτικό όμιλο.
- Στο ηλιοβασίλεμα, τα ζεστά χρώματα του ουρανού συγχωνεύτηκαν με τα νερά της θάλασσας.
- Πολλά περιφερειακά τμήματα του οργανισμού συγχωνεύτηκαν σε μία κεντρική διεύθυνση.
- Η μικρή οικογενειακή εταιρεία συγχωνεύεται σταδιακά με έναν διεθνή κολοσσό.