εξομοίωση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της μετατροπής δύο ή περισσότερων πραγμάτων, προσώπων ή καταστάσεων ώστε να γίνουν όμοια ή ίσα μεταξύ τους.

2. Νομική ή διοικητική πράξη με την οποία αναγνωρίζονται ίσα δικαιώματα, αποδοχές, βαθμοί ή ισοτιμία τίτλων σπουδών.

Συνώνυμα

εξίσωση ισοτίμηση ομοίωση προσομοίωση ταύτιση παρομοίωση αφομοίωση μίμηση αντιστοίχιση εναρμόνιση ευθυγράμμιση αναπαράσταση ισοπέδωση ενσωμάτωση ισοδυναμία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το υπουργείο ανακοίνωσε την πλήρη εξομοίωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων.
  • Η εκπαίδευση των νέων πιλότων περιλαμβάνει πολλές ώρες σε θάλαμο εξομοίωσης πτήσης.
  • Ζήτησε μισθολογική εξομοίωση με τους συναδέλφους της που κατέχουν την ίδια θέση ευθύνης.
  • Η βίαιη πολιτισμική εξομοίωση των μειονοτήτων προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.