ετερογένεια
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα του ετερογενούς, η κατάσταση κατά την οποία ένα σύνολο αποτελείται από στοιχεία διαφορετικής φύσης, ποιότητας ή προέλευσης· έλλειψη ομοιομορφίας.
Συνώνυμα
ανομοιογένεια ανομοιομορφία ανομοιότητα ετερομορφία ποικιλομορφία πολυμορφία διαφορετικότητα διαφοροποίηση ετερότητα ποικιλία πολυτυπία διαφορά πολυσυλλεκτικότητα ασυμβατότητα ασυμφωνία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κοινωνική ετερογένεια της περιοχής αποτελεί πηγή πολιτισμικού πλούτου αλλά και πρόκληση για τις τοπικές αρχές.
- Στη στατιστική ανάλυση, η έντονη ετερογένεια του δείγματος δυσκόλεψε την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.
- Η γενετική ετερογένεια του πληθυσμού παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανθεκτικότητα απέναντι σε λοιμώδη νοσήματα.
- Παρά την επιφανειακή ετερογένεια των απόψεων, τα μέλη της επιτροπής κατάφεραν να συμφωνήσουν σε έναν κοινό στόχο.