ανομοιομορφία
ουσιαστικό1. Έλλειψη ομοιότητας στη μορφή, στη σύσταση ή στην εμφάνιση μεταξύ των μερών ή στοιχείων ενός συνόλου.
2. Απουσία κανονικότητας, ισορροπίας ή σταθερότητας σε μέγεθος, ποσότητα ή κατανομή.
Συνώνυμα
ετερογένεια ετερομορφία ανισομορφία ανομοιότητα ανισομέρεια ποικιλομορφία πολυμορφία ασυμμετρία διαφορετικότητα ακανονιστία ανισότητα δυσαναλογία διαφοροποίηση ετερότητα ποικιλία
Αντώνυμα
ομοιομορφία ομοιογένεια ισομορφία ομοιότητα κανονικότητα συμμετρία ισομέρεια ομαλότητα σταθερότητα μονοτονία
Παραδείγματα χρήσης
- Παρατηρείται μεγάλη ανομοιομορφία στην ποιότητα των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή.
- Η ανομοιομορφία στην κατανομή των πόρων προκάλεσε έντονες διαμαρτυρίες στις περιφερειακές διοικήσεις.
- Το δέρμα του παρουσίασε μια ελαφριά ανομοιομορφία στον τόνο και στην υφή μετά την έκθεση στον ήλιο.
- Οι αναλυτές επεσήμαναν την έντονη ανομοιομορφία των αποτελεσμάτων μεταξύ των διαφόρων εκλογικών τμημάτων.