διαφορετικότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα του να διαφέρει κάποιος ή κάτι από άλλους, η έλλειψη ομοιότητας.
2. Η συνύπαρξη ποικίλων και διακριτών στοιχείων, χαρακτηριστικών ή ταυτοτήτων σε ένα σύνολο.
Συνώνυμα
ετερότητα ανομοιότητα διαφορά ποικιλομορφία ιδιαιτερότητα ετερογένεια ιδιομορφία πολυμορφία διαφοροποίηση ποικιλία πλουραλισμός απόκλιση μοναδικότητα ανισότητα ασυμφωνία
Αντώνυμα
ομοιότητα ομοιομορφία ομοιογένεια μονομορφία ταυτότητα ταύτιση ταυτοσημία μονοτονία συμμόρφωση ισότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποδοχή της διαφορετικότητας αποτελεί θεμέλιο λίθο μιας σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας.
- Στο σχολείο υλοποιήθηκαν δράσεις για την ευαισθητοποίηση των μαθητών απέναντι στη διαφορετικότητα.
- Η πολιτισμική διαφορετικότητα της πόλης αντανακλάται στις παραδόσεις και τις γεύσεις της.
- Αντί να φοβάται τη διαφορετικότητά του, έμαθε να την αξιοποιεί ως δημιουργική δύναμη.