εξοργίζω
ρήμα1. Προκαλώ σε κάποιον έντονη οργή, μεγάλο θυμό ή βαθιά αγανάκτηση.
2. Ερεθίζω υπερβολικά τα πνεύματα ή τα πλήθη, δημιουργώντας σφοδρή αναταραχή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
κατευνάζω καταπραΰνω ηρεμώ γαληνεύω πραΰνω εξευμενίζω καλμάρω μαλακώνω καθησυχάζω ειρηνεύω ανακουφίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Η αλαζονική συμπεριφορά του κατάφερε να εξοργίσει ακόμη και τους πιο ψύχραιμους παρευρισκόμενους.
- Με εξοργίζει αφάνταστα η αδιαφορία των αρμοδίων απέναντι σε τόσο σοβαρά προβλήματα.
- Τίποτα δεν τον εξόργισε περισσότερο από την απροκάλυπτη προδοσία του στενού του συνεργάτη.
- Προσπάθησε να μην τον εξοργίζεις με άκαιρα σχόλια, γιατί βρίσκεται ήδη σε οριακή κατάσταση.