εξωστρεφής
επίθετο1. Που επιδιώκει και απολαμβάνει την κοινωνική επαφή, επικοινωνεί εύκολα με άλλους και εκφράζει ανοιχτά σκέψεις και συναισθήματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Νίκος είναι εξωστρεφής και μιλάει άνετα με αγνώστους.
- Η Μαρία είναι εξωστρεφής, της αρέσουν οι δημόσιες εκδηλώσεις.
- Η εταιρεία ακολούθησε μια εξωστρεφής στρατηγική και άνοιξε νέες αγορές στο εξωτερικό.
- Η πόλη έγινε εξωστρεφής μετά τις επενδύσεις στον τουρισμό.
- Στο εργαστήριο προωθούν μια εξωστρεφής προσέγγιση για την ανάπτυξη συνεργασιών με άλλα ιδρύματα.