επικοινωνιακός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με την επικοινωνία, τη διαδικασία ή τα μέσα μετάδοσης και ανταλλαγής πληροφοριών.

2. (Για πρόσωπο) Που έχει την ικανότητα και την ευχέρεια να συνδιαλέγεται, να εκφράζεται καθαρά και να δημιουργεί εύκολα σχέσεις με τους άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ανεπικοινωνιακός κλειστός εσωστρεφής ακοινώνητος αντικοινωνικός απρόσιτος απόμακρος δυσπρόσιτος λιγομίλητος αμίλητος μονόχνοτος

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι εξαιρετικά επικοινωνιακός άνθρωπος και κερδίζει αμέσως τη συμπάθεια των συνομιλητών του.
  • Η κυβέρνηση ξεκίνησε μια νέα επικοινωνιακή καμπάνια για την ευαισθητοποίηση του κοινού.
  • Για τη θέση στις δημόσιες σχέσεις αναζητούν υποψηφίους με ανεπτυγμένες επικοινωνιακές δεξιότητες.
  • Παρότι διαθέτει άριστη επιστημονική κατάρτιση, ως δάσκαλος δεν είναι ιδιαίτερα επικοινωνιακός.