απόμακρος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από κάποιο σημείο ή αντικείμενο, όχι κοντά ή εύκολα προσβάσιμο.
2. Που διατηρεί συναισθηματική ή κοινωνική απόσταση από άλλους, αποφεύγει στενή επαφή και δεν εκδηλώνει οικειότητα εύκολα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τόπος είναι απόμακρος και δύσκολα προσβάσιμος.
- Ο φίλος της παρέμενε απόμακρος και σπάνια μοιραζόταν τα συναισθήματά του.
- Ο καθηγητής φάνηκε απόμακρος προς τους μαθητές κατά τη διάρκεια του μαθήματος.
- Ο χρόνος εκείνων των γεγονότων μοιάζει απόμακρος πλέον, σαν να ανήκει σε άλλη εποχή.
- Ο οικισμός στο βουνό είναι απόμακρος και σχεδόν ερημωμένος.