αποτραβηγμένος
επίθετο1. Αυτός που έχει απομακρυνθεί εκούσια από την κοινωνική ζωή, τις δημόσιες δραστηριότητες ή τις επαφές με άλλους ανθρώπους· μοναχικός, απομονωμένος.
Συνώνυμα
απομονωμένος απόμερος απόμακρος ξεκομμένος μοναχικός κλεισμένος απόκεντρος ερημικός ξέμακρος αναχωρητικός ασκητικός εσωστρεφής απρόσιτος αμέτοχος ξέχωρος απόκρυφος
Αντώνυμα
κοινωνικός εξωστρεφής κεντρικός πολυσύχναστος προσιτός κοσμικός συμμέτοχος ανοιχτός δραστήριος αναμεμειγμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Τα τελευταία χρόνια ζει αποτραβηγμένος στο εξοχικό του, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
- Ανακαλύψαμε ένα αποτραβηγμένο ταβερνάκι στις πλαγιές του βουνού, όπου απολαύσαμε απόλυτη ηρεμία.
- Έμεινε αποτραβηγμένη σε μια γωνιά της αίθουσας, παρατηρώντας τους καλεσμένους χωρίς να μιλάει σε κανέναν.
- Παρά τη μεγάλη επιτυχία του, διατηρεί ένα αποτραβηγμένο προφίλ και αποφεύγει τις συνεντεύξεις.