επαρκώς
επίρρημα1. Σε βαθμό ή ποσότητα που καλύπτει τις ανάγκες, όσο χρειάζεται.
2. Με ικανότητα, αρμοδιότητα ή κατάλληλο τρόπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν έχουμε προετοιμαστεί επαρκώς για το ενδεχόμενο μιας σοβαρής κακοκαιρίας.
- Το επιστημονικό ζήτημα αναλύθηκε επαρκώς κατά τη διάρκεια του συνεδρίου.
- Το εισόδημά του δεν επαρκεί για να καλύψει επαρκώς τα έξοδα της οικογένειας.
- Η αίθουσα φωτίζεται επαρκώς από τα μεγάλα παράθυρα που βλέπουν στον κήπο.