επιπλέω
ρήμα1. Μένω, στέκομαι ή κινούμαι στην επιφάνεια υγρού χωρίς να βυθίζομαι.
2. (Μεταφορικά) Καταφέρνω να επιβιώσω, να διατηρηθώ οικονομικά ή να αντεπεξέλθω σε δυσκολίες.
3. (Μεταφορικά) Ξεχωρίζω ή επικρατώ, συχνά με καιροσκοπικό τρόπο.
Συνώνυμα
πλέω επιπολάζω κρατιέμαι επιβιώνω αιωρούμαι κολυμπώ αρμενίζω αναδύομαι αντέχω σώζομαι αντεπεξέρχομαι διασώζομαι υπερισχύω
Αντώνυμα
βουλιάζω βυθίζομαι καταποντίζομαι ποντίζομαι καταδύομαι καθιζάνω πνίγομαι καταρρέω χάνομαι αποτυγχάνω
Παραδείγματα χρήσης
- Το λάδι είναι ελαφρύτερο από το νερό και γι' αυτό επιπλέει.
- Φόρεσε το σωσίβιο στο παιδί ώστε να επιπλέει με ασφάλεια στα βαθιά.
- Παρά τη σοβαρή οικονομική κρίση, η μικρή επιχείρηση κατάφερε να επιπλεύσει.
- Σε ένα τέτοιο διεφθαρμένο περιβάλλον, συνήθως οι αδίστακτοι είναι εκείνοι που επιπλέουν.