ερείπιο
ουσιαστικό1. Υπολείμματα κτίσματος, οικισμού ή άλλης κατασκευής που έχει καταστραφεί ή υποστεί σοβαρή φθορά από τον χρόνο, φυσικά φαινόμενα ή πολεμικές συγκρούσεις.
2. (Μεταφορικά) Άτομο σωματικά εξαντλημένο, βαριά άρρωστο ή ψυχικά συντετριμμένο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην κορυφή του λόφου στέκονται ακόμα τα ερείπια ενός βυζαντινού κάστρου.
- Μετά από τόσες ώρες εξαντλητικής δουλειάς και άγχους, γύρισε στο σπίτι ένα πραγματικό ερείπιο.
- Ο πόλεμος άφησε πίσω του μια ολόκληρη χώρα βυθισμένη στα ερείπια.
- Αγόρασε ένα παλιό πέτρινο ερείπιο στο χωριό και το αναπαλαίωσε με πολύ μεράκι.