ευδιάκριτα
επίρρημα1. Με τρόπο που γίνεται εύκολα και καθαρά αντιληπτός από τις αισθήσεις, ιδίως την όραση.
2. Με τρόπο σαφή, πρόδηλο και αναμφισβήτητο στον νου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δυσδιάκριτα ασαφώς συγκεχυμένα αδιόρατα αμυδρά θολά αόριστα δυσανάγνωστα ανεπαίσθητα σκοτεινά δυσνόητα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα γράμματα στην παλιά επιγραφή ήταν ακόμα χαραγμένα αρκετά ευδιάκριτα.
- Από την κορυφή του λόφου διακρίνονται ευδιάκριτα τα γύρω νησιά.
- Η αμηχανία της αποτυπώθηκε ευδιάκριτα στις εκφράσεις του προσώπου της.
- Στο υπερηχογράφημα φαίνονταν ευδιάκριτα όλες οι λεπτομέρειες της ανάπτυξης του εμβρύου.